English  ελληνικά
Small text Medium text Large text

λογοτέχνες

Αγγελάκης Ανδρέας Αλεξίου Μανώλης Αλεξίου Μόσχα
Αργέστη Ελένη Βάλβης Κωνσταντίνος Βελλιανίτης Θεόδωρος
Βλάμη Ευαγγελία Βότση Όλγα Βρεττάκου Τούλη
Δεμέναγας Σπυρίδων Ζερβός Αναστάσιος Θεοχάρης Γρηγόριος
Ιατρίδη Ιουλία Καμπέρος Ευάγγελος Καράλης Γεώργιος
Κασδαγλής Εμμανουήλ Κοκκινάκης Σπύρος Κωστέας Ανάργυρος
Λαζανά Ελένη Λαουρδάς Βασίλειος Λεβάντας Χρήστος
Μακρής Γεώργιος Μακρής Θεόδωρος Μαλάνος Τίμος
Μητροπούλου Κωστούλα Μόσχος Ευάγγελος Μπινιάρης Γκίκας
Μπουγάτσος Νικόλαος Μπούχλας Αντώνιος Πάλλης Αλέξανδρος
Παπανούτσος Ευάγγελος Παρθένης Άγγελος Πικιώνης Δημήτριος
Πλωρίτης Μάριος Ράλλη Περικλή Μαρία Ρόζενταλ Ισιδώρα
Ρόζος Γ. Ευάγγελος Σούκας Κων/νος Σουρής Δημήτριος
Σπανίδης Σάββας Τσάκαλος Γεράσιμος Φραγκισκάτος Κων/νος
Χατζημανωλάκης Ιωάννης Χουρμούζης Π. Δημήτρης Χρυσοστομίδης Αλέκος


 

Γεννήθηκε στον Πειραιά στα 1940, σπούδασε φιλολογία, και εργάζεται σαν εκπαιδευτικός. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας» (1962), «Ο πρίγκιπας των Κρίνων» (1964), «Οι προτάσεις αθωότητας» (1967), «Ποιήματα χαρισμένα στον ποιητή Κόντε Διονύσιο Σολωμό» εξέδωσε με τίτλο «Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης» Λόρκα, Γ. Μπλέϊκ, Ιαπωνική και Κινέζικη ποίηση. Επίσης εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Οι Εφιάλτες» (1974).

Ο Ανδρέας Αγγελάκης έχει λεπταίσθητη εικόνα και μια ρομαντική αβρότητα στους συγκινησιακούς κραδασμούς του.

Ο Μανώλης Αλεξίου (ποιητής) γεννήθηκε στα 1907 στον Πειραιά. Ήταν υπάλληλος του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Πετρελαιοειδών. Περνούσε τις ελεύθερες ώρες του με το γράψιμο και το διάβασμα στη «Δημοτική Βιβλιοθήκη» του Πειραιά. Έκανε συχνά παρέα με τους νεαρούς, τότε, διανοούμενους, Γιώργο Καρατζά, ποιητή πρόωρα χαμένο, φοιτητή της Νομικής Σχολής τότε, τον επίσης πρόωρα χαμένο ποιητή Νίκο Καββαδία, τον αείμνηστο γιατρό Γιώργο Ρόζεμπεργκ, τον μιχάλη Παπαθεοδώρου, το Γιώργο Βουνελάκη, φοιτητή της Νομικής τότε και άλλους που αποτελούσαν μια από τις ζωηρότατες φιλολογικές παρέες νέων στον Πειραιά. Στην παρέα εκείνη ο Μανόλης Αλεξίου, πράος, και μειλίχιος, αλλά πάντα με θερμά ενδιαφέροντα για την Τέχνη και την κοινωνία, ήταν εξαιρετικά συμπαθής.

Αργότερα ο Μανόλης Αλεξίου έγινε διευθυντής του ταμείου στο οποίο εργαζόταν. Ο πόλεμος, οι περιπέτειες του έθνους, οι μετοικήσεις και ανασυνδυασμοί της ζωής είχαν διαλύσει την παλιά πειραιώτικη παρέα. Μα οι θύμησες κρατούσαν ζωντανή την αγάπη.

Ο Μανώλης Αλεξίου πέθανε στα 1963, νέος ακόμα.

Παρουσιάστηκε στα Γράμματα από τις στήλες έγκυρων περιοδικών της Αθήνας και του Πειραιά από το 1929. Συλλογές ποιημάτων εξέδωσε δύο: τα «Τοπία δίχως ουρανό», στα 1935 και στα 1960 τη «Μουσική με σπασμένα πλήχτρα».

Η ποίηση του Μανόλη Αλεξίου είναι ποίηση νοσταλγίας εκείνου που δεν ήρθε. Και η πίκρα για κείνο που ήρθε και δεν μας ικανοποίησε. Η νοσταλγία της χαράς που χάθηκε, χωρίς ποτέ νάρθει. Η λαχτάρα του ανέφικτου παραδείσου.

Η Μόσχα Αλεξίου γεννήθηκε στον Πειραιά στα 1908. Στα 1937, τύπωσε τη μόνη συλλογή της ποιημάτων: «Μυστικός Δείπνος».Είναι περίεργο πως η Μόσχα Αλεξίου έμεινε σε μια ποιητική συλλογή - ως τώρα, αν και ταλαντούχος.

Η ποίησή της ανήκει στην παράδοση, αλλά μια παράδοση, χαλαρή και με κάποια ελευθερία στους ρυθμούς και την ισοσυλλαβία.

Η ποίησή της είναι χυμώδης με πλούσια εικονοπλασία, με εσωτερικές ρίζες και εξωτερικές, πλούτο μεταφορών, συχνά, στα ποιήματά της, με ρυθμούς ζωηρούς και λυρισμό φλογώδη, ώρες - ώρες.

Ποιήτρια και πεζογράφος, γεννήθηκε στον Πειραιά. Η καταγωγή της είναι από τη Μικρασία. Μεγάλωσε στις λαϊκές συνοικίες της πειραιώτικης φτωχολογιάς. Και τα βιώματα των παιδικών της χρόνων μείναν και μένουν, ο πυρήνας του ψυχισμού της, ως τώρα. Είναι υπάλληλος του υπουργείου Οικονομικών. Είχε απολυθεί στη διάρκεια της δικτατορίας, για τα φρονήματά της. Η Ελένη Αργέστη στα Γράμματα παρουσιάστηκε στα 1965, αν και έγραφε χρόνια πριν, με την ποιητική της συλλογή «Γκρίζα Πολιτεία». Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τη δεύτερη συλλογή της : «Πολιτεία Γκρίζα», σειρά δεύτερη, όπου κυριαρχούν τα παλιά παιδικά της βιώματα. Στα 1969 κυκλοφόρησε την Τρίτη ποιητική συλλογή: «Καημοί στα μουράγια», στα 1972 τη συλλογή «Θαμπά φιλιστρίνια», στα 1973 τη συλλογή διηγημάτων «Στο ραγισμένο καθρέφτη» και στα 1974 κυκλοφόρησε το «Τραγούδι της λεβεντιάς και του Θανάτου». Την ποίηση της Ελένης Αργέστη διακρίνει ρεαλισμός και αγάπη στο φτωχό, εργαζόμενο άνθρωπο. Καημός της έγινε καημός του. Συγκινησιογόνα ερεθίσματα της ποιητικής της δημιουργίας είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος η ζωή του εργατικού ανθρώπου. Κι ο Πειραιάς, στα ποιήματά της δεν είναι πια ένα σύνολο ανθρώπων, μια πολιτεία, είναι μια γυναίκα, μια μάνα που πονάει κι ακόμα υψώνεται μέσα στο βίωμά της σάμπως ένα ον συνθετικό και πολύψυχο, ένα ον μεγάλο κι αλλόκοτο, αποτελεσμένο από άψυχα κι έμψυχα. Κι ένα ον πάσχον κι αγαπημένο.

Ο Κώστας Βάλβης γεννήθηκε στον Πειραιά στα 1903. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο εκεί. Κι από το Δημοτικό κι ύστερα, αρχίζει μια ζωή, σχεδόν, αλά Γκόρκυ. Φτωχός και αναγκασμένος να κερδίσει από μικρός τη ζωή του, με τον ιδρώτα του προσώπου του. Και έγινε τσαγκάρης. Άλλαξε διάφορα επαγγέλματα. Κατάληξε μεταλλωρύχος. Και στο τέλος κατόρθωσε να γίνει έμπορος - και αργότερα εκδότης - περιοδικών και εφημερίδων.

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα κατατάχτηκε εθελοντής και από τις στερήσεις και τις κακουχίες αρρώστησε και έπαθε η ακοή του βλάβη ανεπανόρθωτη.

Στο χώρο των Γραμμάτων παρουσιάστηκε στα 1928, εικοσιπέντε χρονών, με την έκδοση του «Περαϊκού ημερολογίου», που την επιμέλειά του είχε ο εκλεκτός Πειραιώτης λογοτέχνης Χρήστος Λεβάντας. Το πρώτο του λογοτεχνικό έργο το παρουσίασε ο εκδοτικός οίκος Γκοβόστη, στα 1937, μια νουβέλα με τίτλο: «Όταν αλήτευα», και στα 1938 τη δεύτερη νουβέλα «Πικρή γη», που συνέχιζε το μύθο της πρώτης. Η πεζογραφία του Κώστα Βάλβη, του συγγραφέα με την πολυκύμαντη και πολυτάραχη ζωή, ανήκει στη σχολή του κριτικού ρεαλισμού. Μας δίνει την κίνηση της ανθρώπινης ψυχής, συγκινήσεις, συγκρούσεις, ελπίδες όπως εκβλαστάνουν από την ψυχή κάτω από τους καθορισμούς της αντικειμενικής κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας.

Δημοσιογράφος, λογοτέχνης και πολιτικός. Γεννήθηκε στον Πειραιά, αλλά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Ρωσία, όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, νέος άντρας πια, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία κι εργάστηκε σ’ όλες σχεδόν τις εφημερίδες της εποχής. Υπήρξε απ’ τους πρώτους μεταφραστές της Ρωσικής Λογοτεχνίας, εκδίδοντας μάλιστα και δίτομη Ιστορία της, για τη μέχρι το Γκόγκολ περίοδο. Έγραψε πλήθος ιστορικά μελετήματα και άρθρα, τόσο στα ελληνικά, όσο και στα γαλλικά κι αγγλικά. Αναφέρουμε αυτά που κυκλοφόρησαν σε βιβλία: «Η Δούκισσα της Πλακεντίας», «Η Κόμησσα Θεοτόκη», «Οι πρώτοι ιδρυταί της Φιλικής Εταιρείας», «Η πολιτική κατάστασις κατά το 1897». Ο Βελλιανίτης έγραφε σε απλή, δημοσιογραφική γλώσσα, πάντα όμως στην καθαρεύουσα, με μορφή εκλαϊκευτική. Γι’ αυτό και το έργο του αγαπήθηκε πολύ στην εποχή του. Από το 1895 μέχρι το 1924 εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής και διατέλεσε αντιπρόεδρος της Βουλής και υπουργός Παιδείας. Είναι ο πρώτος που εισηγήθηκε και πέτυχε την πρόσληψη γυναικών υπαλλήλων στις τηλεπικοινωνίες, που τότε (1916) οργάνωνε η Ελλάδα.

Μια απ’ τις γνωστές και δυνατές πεζογράφους μας. Γεννήθηκε στον Πειραιά και καταγόταν απ’ το Γαλαξείδι, την πόλη αυτή των καραβοκύρηδων που τη ζωντάνεψε μαζί με τους ανθρώπους της σε δύο της βιβλία, που αποτελούν σταθμό στα Γράμματά μας. Η Εύα Βλάμη σπούδασε μουσικη, αλλά από νέα πολύ αφιερώθηκε στη Λογοτεχνία.

Στα 1947 κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Γαλαξείδι» και υπότιτλο «Η μοίρα μιας ναυτικής πολιτείας», που αμέσως την καθιερώνει. Στα 1950 θα κυκλοφορήσει το δεύτερο βιβλίο της, το περίφημο μυθιστόρημα «Σκελοτόβραχος», που πάλι μας μιλά για το Γαλαξίδι και για τη ναυτοσύνη. Εδώ όμως η Εύα Βλάμη φέρνει σε σύγκρουση δύο πάντα αντιμαχόμενα στοιχεία, σε μια στιγμή όπου δίνεται η θανάσιμη πάλη μεταξύ τους: της παράδοσης και του σύγχρονου πολιτισμού, των ιστιοφόρων με τα ατμόπλοια. Οι δύο κεντρικοί ήρωες του βιβλίου, ο καπετάν Σκλετόβραχος κι ο καπετάν Γιάννακας, εκπρόσωποι, ο πρώτος της παράδοσης, κι ο δεύτερος του πολιτισμού, θα συγκρουστούν θανάσιμα. Πλαίσιο αυτής της πάλης πάντα το Γαλαξίδι κι η ζωή των ναυτικών.

Άλλα δύο βιβλία θα κυκλοφορήσει η Εύα Βλάμη μέχρι που να φύγει, τόσο πρόωρα από τη ζωή. Στα 1958 θα μας δώσει το μυθιστόρημα - θρύλο «Τα όνειρα της Αγγέλικας», και στα 1963 άλλο ένα μυθιστόρημα, όπου ζωντανεύουν νέοι θρύλοι - σύμβολα, «Στον αργαλειό του Φεγγαριού». Στα δυο τελευταία της αυτά βιβλία η Βλάμη ξεφεύγει απ’ τη θαλασσινή και ναυτική περιγραφή για να μας δώσει μια νέα μορφή ηθογραφίας γεμάτη αλληγορίες και σύμβολα. Ελληνοκεντρική συγγραφέας με θαυμαστή περιγραφική δύναμη η Εύα Βλάμη, οπωσδήποτε δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το έργο της. Μετά το θάνατο του αγαπημένου συζύγου της κι εξαίρετου λόγιου και φιλόσοφου κριτικού, Παναγή Λεκατσά αποζητούσε κι η ίδια τη φυγή απ’ τη ζωή, και τελικά πέθανε σε ηλικία όπου άλλοι συγγραφείς ωριμάζουν δημιουργικά. Μα και τόσο που είναι το έργο της θα παραμείνει σαν η καλύτερη ναυτική φιλολογία μας, μετά τον Ανδρέα Καρκαβίτσα.

Ποιήτρια. Εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1946, με την ποιητική συλλογή «Ύμνοι». Το πραγματικό της όνομα είναι Όλγα Πλατή και γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και γερμανική φιλολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Εργάστηκε σαν εκπαιδευτικός στην Αθήνα, στον Πειραιά και στην Κύπρο. Γράφει πάντα ποιήματα και τα βιβλία της με χρονολογική σειρά εμφάνισης είναι: «Ερημικά» (1951), «Ενδόμυχα» (1953), «Αγέρινα» (1955), «Ύπαρξη και Σιωπή» (1958), «Πρώτη ρίζα» (1962), «Ο Μεγάλος Ήχος» (1965), «Κρύπτη και Σύνορο» (1970, Κρατικό Βραβείο για την Ποίηση), «Γυμνά πέλματα» (1973). Έχει μεταφράσει ακόμη ξένους ποιητές και πεζογράφους.

Η ποίησή της μυστικιστική, θρησκευόμενη, θεάται τα ανθρώπινα με δυσπιστία που καμιά φορά την οδηγεί ως την απαισιοδοξία. Μα παραμένει πάντα, μια ποίηση του καιρού, όχι άσχετη από τα σύγχρονα βιώματα, μια ποίηση όχι προφητική ή μελλοντική, αλλά οπωσδήποτε συγκινημένη από την ανθρώπινη μοίρα.

Ποιήτρια κι εκπαιδευτικός. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε στο τμήμα Αρχαιολογίας - Ιστορίας, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα 1974 κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή που βρήκε ευμενή απήχηση στην κριτική.

Ευθυμογράφος. Γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε νομικά. Από το 1946 ωστόσο είναι δημοσιογράφος στον περιοδικό Τύπο, τακτικός συνεργάτης εβδομαδιαίων, λαϊκών περιοδικών, όπου δημοσιεύει εύθυμες ιστορίες. Έχει τυπώσει και τρία βιβλία: δύο πεζογραφήματα («Άνθρωποι και καρύδια» και «Καλημέρα γέλιο») και μια συλλογή πατριωτικών ποιημάτων: «Σαλπίσματα δόξας».

Ποιητής και νομικός. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στα 1956 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Πορεία των Ίσκιων», που η Κριτική τη δέχτηκε με συμπάθεια, αναγνωρίζοντας το ταλέντο και την ειλικρίνεια του νέου ανθρώπου που έγραφε από ανάγκη να εκφρασθεί. Στα 1957 κυκλοφόρησε ένα δεύτερο ποιητικό βιβλίο, τις «Μορφές και τα σύμβολα» και στα 1960 τη «Ρίζα του Ήλιου». Από τότε, κι ανεξήγητα, σώπασε, παρόλο που στο τελευταίο του βιβλίο είχε δείξει πως το ταλέντο του ωρίμαζε κι έφτανε ως πιο διεισδυτικώτερες αναζητήσεις μέσα στην ανθρώπινη ψυχή.

Ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στον Πειραιά, όπου τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές. Ύστερα πήρε πτυχίο νομικής από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπήρξε δημοτικός σύμβουλος του Πειραιά για χρόνια και στα 1957 διετέλεσε δήμαρχος. Είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος της «Φιλολογικής Στέγης Πειραιά», πρόεδρος της «Καλλιτεχνικης Εστίας», της «Επιτροπής Πειραϊκών Μελετών», της «Επιτροπής Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων» και άλλων κοινωνικοπνευματικών ιδρυμάτων. Τέσσερις ποιητικές συλλογές κι ένα πεζογράφημα συγκροτούν το έργο του Θεοχάρη που έχει εκδοθεί. Το πρώτο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Φωνές χωρίς ήχο» κυκλοφόρησε στα 1927, όταν ο Θεοχάρης ήταν ακόμη σπουδαστής. Στα 1930 κυκλοφορεί η συλλογή του «Θλιμμένοι Ναζωραίοι», με παραδοσιακά ποιήματα, που καταδεικνύουν το ταλέντο του. Στα 1956 θα εκδώσει, ύστερα από μακροχρόνια σιωπή, τη συλλογή «Αθόρυβη φλόγα», που εξακολουθεί στον ίδιο παραδοσιακό τόνο λυρικής αισθηματολογίας με αξιώσεις, αλλά πάντα έξω απ’ το πνεύμα της εποχής. Μόνο στα 1960 θα κυκλοφορήσει το λυρικό πεζογράφημά του « Ο θάνατος του κότσυφα», που είναι ένας εσωτερικός μονόλογος «με τραγικό ανθρώπινο βάθος», όπως θα πει ένας απ’ τους κριτικούς του, ο ποιητής του Πειραιά Στέλιος Γεράνης. Με τα βιβλία αυτά ο Θεοχάρης συμπληρώνει έναν κύκλο πνευματικής ζωής που τον γεμίζει η όλη του κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα κι αγάπη για τον Πειραιά.

Σύγχρονη πεζογράφος και μεταφράστρια από τις πιο αξιόλογες της μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο και πατέρας της ήταν ο μουσικός και διευθυντής ορχήστρας Ιωσήφ Μπουστίντουϊ. Ετσι, μετά τις εγκύκλιες σπουδές της η Ιουλία Ιατρίδη πήρε μαθήματα βιολιού στο Ωδείο Αθηνών κι αργότερα εργάσθηκε σε διάφορες ορχήστρες σαν σολίστ. Άρχισε να γράφει στις σκοτεινές μέρες της Κατοχής.

Τα πρώτα της διηγήματα η Ιουλία Ιατρίδη άρχισε να δημοσιεύει στη «Νέα Εστία» από το 1952. Στα 1954 ένα διήγημά της βραβεύθηκε στο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος που είχε οργανώσει η εφημερίδα «Κήρυξ - Βήμα» της Νέας Υόρκης. Την ίδια χρονιά εξέδωσε και το πρώτο της βιβλίο «Τρία Πρόσωπα», που αποτελούνταν από τρία μεγάλα διηγήματα. Στα 1958 κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της «Καβαλάρης στον Άνεμο», που παίρνει το βραβείο Κώστα Ουράνη και στα 1963 εκδίδει ένα άλλο μυθιστόρημα, «Τα πέτρινα λιοντάρια», που θα πάρει το Β’ Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας.

Παράλληλα η Ιουλία Ιατρίδη, ξέροντας καλά τα ισπανικά ,έχει φιλοτεχνήσει θαυμάσιες μεταφράσεις έργων από το ισπανικό θεατρικό ρεπερτόριο και την ισπανική λογοτεχνία γενικά. Πολλές απ’ τις μεταφράσεις της σε θεατρικά έργα έχουν παιχθεί μ’ επιτυχία από μεγάλους αθηναϊκούς θιάσους. Στα 1969 έχουν κυκλοφορήσει στη σειρά «Παγκόσμιο Θέατρο» των εκδόσεων «Δωδώνη» δύο μεταφράσεις της Ιατρίδη στα έργα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα: «Τα μάγια της Πεταλούδας» και «Οι φασουλήδες του Κατσιπόρρα». Άλλες της μεταφραστικές εργασίες σε έργα του Θερβάντες, του Χιμένεθ, του Ουναμούνο, του Λόπε Δε Βέγα κτλ. Έχουν παιχτεί στο ραδιόφωνο, διασκευασμένες από την ίδια ή δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά.

Η μεταφραστική και διασκευαστική εργασία της για το Ραδιόφωνο και την Τηλεόραση είναι εκτεταμένη, και μέσα στα πλαίσιά της υπάρχουν και έργα Νεοελλήνων συγγραφέων, όπως η «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, οι «Σουλιώτες» του Μιχ. Περάνθη, «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου» της Πηνελόπης Δέλτα, κι άλλα. Διηγήματά της τέλος έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικές Ανθολογίες κι έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό.
Σαν πεζογράφος η Ιουλια Ιατρίδη είναι φειδωλή στην κυκλοφορία και δημοσίευση.

Πειραιώτης ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και δικηγορούσε μέχρι την ημέρα του θανάτου του, το Μάη του 1974. Έχοντας τελειώσει παράλληλα και τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ο Καμπέρος άφησε από πολύ νέος το ταλέντο του να εκδηλωθεί. Έγραψε ποιήματα και θεατρικά έργα. Το πρώτο του έργο με τίτλο «Γαβρήλος» γράφτηκε κι ανέβηκε στο Δημοτικό Πειραιά, το 1934, όταν ο δημιουργός του ήτα μόλις 14 ετών. Ακολουθούν τα έργα: «Αδικημένα Νιάτα» (1938, Δημοτικό Πειραιά), «Δολοφόνοι» (1938), «Τυφλός Βιολιστής» (1939), «Άνθρωποι δίχως πρόσωπο» (1940), «Για λίγο φως» (1941), «Γκρεμιζει το σπίτι μας» (1947, α’ βραβείο Θεάτρου Τέχνης). Το έργο μεταφράστηκε στα βουλγαρικά, και στα ρωσικά και παίχθηκε το 1965 στο Θέατρο της Σόφιας. «Κατά φαντασίαν δον Ζουάν» (1949), «Προμαχώνες» (1948), «Ο κόσμος ανάποδα» (1951), «Καημός του λιμανιού», (1956), «Γαλάζιο Πουλί» (1960), «Ηλιογέννητη» (1962), «Άνθρωποι της δεκάρας» (1961), «Ηλέκτρα» (1960), «Όταν κλείνουν το δρόμο» (1960). Ακόμη έχει και τρία τρίπρακτα δράματα που δεν έχουν δει το φως της Σκηνής.

Ο Καμπέρος εξέδωσε και τα ακόλουθα ποιητικά βιβλία: «Αντίθεση» (1941), «Ελντάμπα» (1945), «Τζερεμίο» (βραβείο Σικελιανού 1952), «Σφιγξ» (1954), «Παράξενη Ραψωδία» (1955), «Οι σημαίες της Ειρήνης» (1965). Μετά το θάνατό του η γυναίκα του φρόντισε την έκδοση της τελευταίας του ποιητικής συλλογής «Πρωινές ανταύγειες» (1975). Μια άλλη σημαντική προσφορά του Καμπέρου ήταν η έκδοση του τόμου με τίτλο «Σύγχρονοι Βούλγαροι ποιητές» που μετέφρασε κι επιμελήθηκε ο ίδιος.

Ποιητής και πεζογράφος, που χάθηκε πρόωρα δίνοντας ο ίδιος τέλος στη ζωή του, με τραγικό τρόπο. Γεννήθηκε στον Πειραιά, όπου τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές. Από μαθητής Γυμνασίου ακόμη έγραφε ποιήματα και διηγήματα, κι έδωσε διαλέξεις. Στα 1937 ίδρυσε το σύλλογο «Καλλιτεχνική Συντροφιά», κι ανέβασε σε δική του διδασκαλία στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά το έργο του Κώστα Χρηστομάνου «Σταχτιά Γυναίκα». Η απόπειρα στάθηκε αποτυχημένη, αφού ο ίδιος ο Χρηστομάνος όταν εξέδωσε το έργο αυτό σε βιβλίο έγραφε στον πρόλογο του, ότι δεν είναι για να παίζεται από σκηνής μα για να διαβάζεται. Αυτή η αποτυχία κι άλλες προσωπικές δυσκολίες (οικονομικές και σπουδαστικές) οδήγησαν το νεαρό ποιητή να καταταγεί εθελοντής στην Αεροπορία.

Το ξέσπασμα του Ελληνο - ιταλικού πολέμου τον βρήκε σμηνίτη στη Λάρισα κι απογοητευμένο τόσο, ώστε ν’ αποφασίσει το μοιραίο του τέλος. Ήρθε στην Αθήνα με ολιγοήμερη άδεια κι αφού συναντήθηκε με τους φίλους του και γλέντησαν μαζί, ένα Σαββατόβραδο (κατ’ απομίμηση του Καρυωτάκη, που η επίδρασή του ήταν ακόμη έντονη στους νέους διανοούμενους) έγραψε μια επιστολή σ’ ένα φίλο του κι έπεσε στις γραμμές του ηλεκτρικού τραίνου στο σταθμό της Καλλιθέας. Ήταν μόλις 22 χρόνων. Στα 1943 οι φίλοι του κυκλοφόρησαν ένα βιβλίο με τίτλο «Γιώργης Καράλης» - ένας πονεμένος ποιητής», όπου μας δίνουν στοιχεία για τη σύντομη ζωή και το έργο του. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε έν’ άλλο βιβλίο με τίτλο «Κομμάτια απ’ τις σελίδες του Γ. Καράλη», όπου ο αναγνώστης θα βρει μια επιλογή από τα πρώτα του ποιητικά και πεζά γραψίματα.

Λόγιος κι επιμελητής εκδόσεων, ειδικότητα που σπανίζει σήμερα στην εκδοτική δραστηριότητα. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε οικονομικές κι εμπορικές επιστήμες. Εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα, στο τμήμα δημοσίων σχέσεων.

Έχει επιμεληθεί τις εκδόσεις έργων του Καρυωτάκη, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Πρεβελάκη κι άλλων. Στα 1967 κυκλοφόρησε σε βιβλίο το μελέτημά του : «Συμβολή στη Βιβλιογραφία του Π. Πρεβελάκη (1927 - 1967)».

Συγγραφέας, ποιητής. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες, παιδαγωγικά, κοινωνιολογία. Είναι διδάκτορας Δημόσιας Διοίκησης. Σταδιοδρομία: Διευθυντής του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Φιλολογικής Στέγης Πειραιά, του Πειραϊκού Συνδέσμου, του Φ.Σ. «Παρνασσός» κ.α.

Βιβλία: Ποίηση «Ασφυξία» 1974, «Παρθενογένεση - Οι Λησταί» 1974, «Στη Χαραμάδα του Πατώματος» 1976, «Ο Αποχαιρετισμός της Σιωπής» 1977, «Τα Κύματα του Αιγαίου - Το Σχήμα της Θυσίας» 1979, «Μαθητεία Προσώπου» 1981, «Σ’ Εποχή Αμφισβητήσεων» 1983, «Μνήμη αέναη» 1990, «Εικόνες και άλλα» 1995.

Άλλα: «Κοινοτικά Συμβούλια Προστασίας Ανηλίκων» 1978, «Εξήντα χρόνια από την απόδοση στα Ελληνικά της Κοιλάδας των Ρόδων» 1987, «Η Οικουμενικότητα της Ελληνικής Γλώσσας» 1992, «Επιδράσεις της ιταλικής λογοτεχνίας στην πνευματική ζωή των Ελλήνων από τα μέσα του 18ου αιώνα και εφεξής» 1992, «Η αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών αρμοδιότητος Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων» 1994, «Οικογένεια και κοινωνική πολιτική» 1994, «Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία απέναντι στη διεθνοποίηση της εκδοτικής αγοράς» 1996, «Η εθελοντική προσφορά στη σύγχρονη κοινωνία» 1996, «3η και 4η ηλικία. Μία διάσταση» 1996, «Ανάγκη για ένα κοινωνικό πρόσωπο» 1996, «Μια νέα προσέγγιση στην αυτοτέλεια της ζωής και στην αποκατάσταση ατόμων με ειδικές ανάγκες» 1997, «Εθελοντικές οργανώσεις και οι σχέσεις τους με τους κρατικούς φορείς» 1997, «Θέματα επιμόρφωσης εθελοντών κοινωνικής πρόνοιας» 1997, «Θεσμικές ρυθμίσεις αντιμετώπισης των ειδικών ατόμων με νοητική υστέρηση» 1998, «Η συμβολή της εθελοντικής προσφοράς στη χάραξη της κοινωνικής πολιτικής» 1999, «Τρίτη ηλικία και 21ος αιώνας» 2000.

Έχει τιμηθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Academie Internationale de Lutece της Γαλλίας, και άλλους φορείς για το έργο του, το οποίο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Για το έργο του έγραψαν βιβλία οι: Γεώργιος Μ. Παπαχατζής, Γιάννης Σπανόπουλος, Ευάγγελος Ρόζος, Δημήτρης Σιατόπουλος, κ.α.


Ποιητής και πεζογράφος, από τους πιο γνωστούς τύπους του φιλολογικού Πειραιά, όπου γεννήθηκε. Σπούδασε στην Εμπορική Σχολή του Πειραιά και σταδιοδρόμησε σαν υπάλληλος του ΟΛΠ. Ήταν αντιπρόεδρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της «Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς» και ιδρυτής και πρόεδρος του φυσιολατρικού συλλόγου «Ο Πλάτων», που εξέδιδε το ομώνυμο φιλολογικό περιοδικό. Στα 1945, ο Κωστέας ίδρυσε και το περιοδικό «Πειραϊκά Χρονιά», που με την συμπαράστασή του εκδόθηκαν περίπου 25 τόμοι Πειραιωτικών συγγραφέων.

Η πνευματική του δραστηριότητα κι η αγάπη του για τον Πειραιά έχουν αφήσει εποχή. Παράλληλα ασχολήθηκε και με την Ποίηση εκδίδοντας τις ακόλουθες συλλογές: «Πορεία Αγάπης» (1949), «Η μπαλλάντα της Λενιώς» (1950), «Ωδή σ’ έναν Ασήμαντο» (1953), «Σκαρδαμούλα» (1956). Λίγο πριν πεθάνει συγκέντρωσε σ’ έναν τόμο τα δημοσιευμένα στον περιοδικό Τύπο πεζογραφήματά του, με το γενικό τίτλο «Εφήμερα», που κυκλοφόρησε στα 1965. Μαζί του χάθηκε ένας άνθρωπος όλο ζωντάνια που αγαπούσε και φρόντισε τον Πειραιά, όσο λίγοι αρμόδιοι.

Εκπαιδευτικός, ποιήτρια και πεζογράφος. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Συμπλήρωσε τις σπουδές της στη γαλλική και γερμανική Ακαδημία, καθώς και στο Ελληνικό Ωδείο. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Προσδοκία» (1966) και «Αντιθέσεις» (1968).

Φιλόλογος και συγγραφέας με σημαντικό έργο, που διακόπηκε πρόωρα. Γεννήθηκε στον Πειραιά από ρουμελιώτική οικογένεια και σπούδασε Ιστορία στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Οξφόρδης και του Χάρβαρντ. Για ένα διάστημα ήταν καθηγητής της Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Τζωρτζάουν των Η.Π.Α. Διατέλεσε διευθυντής στο τμήμα μελετών της χερσονήσου Αίμου στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.

Έχει λάβει μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια κι έχει εκδώσει τα ακόλουθα βιβλία:

«Ο Ισοκράτης και η εποχή του» (1944), «Σόλων ο νομοθέτης» (1946), «Θέματα Παιδείας» (1953), «Ισιδώρου ομιλία εις Αγ. Δημήτριον» (1954), «Φωτίου ομιλίαι» (1959), «Αρχείον Μακεδονικού Αγώνα της Πηνελόπης Δέλτα», κι άλλα.

Πολλές μελέτες του, ιστορικές και φιλολογικές έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Ελληνική Δημιουργία», «Νέα Εστία» και «Φιλολογικά Χρονικά». Τα έργα του διακρίνονται εκτός απ’ την επιστημονική τους τεκμηρίωση και την πολυμάθεια του συγγραφέα και για το λογοτεχνικό του ύφος σε όμορφη δημοτική γλώσσα.

Ένας από τους γνωστότερους σήμερα πεζογράφους μας. Γεννήθηκε στον Πειραιά και το πραγματικό του όνομα είναι Κυριάκος Χατζιδάκης. Η οικονομική ανέχεια και το γεγονός ότι έχασε πολύ μικρός τους γονείς του τον εμπόδισαν ν’ ακολουθήσει ανώτερες σπουδές και τον ανάγκασαν να εργασθεί σκληρά για να ζήσει.

Σαν βιοποριστικό επάγγελμα διάλεξε τη δημοσιογραφία, που την υπηρέτησε πιστά και συνειδητά επί 40 ολόκληρα χρόνια, τόσο στις τοπικές εφημερίδες του Πειραιά, όσο και σαν ανταποκριτής και τακτικός συνεργάτης μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων.

Στα Γράμματα εμφανίσθηκε ουσιαστικά από το 1921 δημοσιεύοντας τα πρώτα του διηγήματα στο περιοδικό «Μποέμ» που εξέδιδε ο Κλ. Κλώνης. Το πρώτο του βιβλίο το κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα κι ήταν η συλλογή διηγημάτων «Στο μεθύσι του πόνου». Ακολούθησαν τα βιβλί: «Ίσιος Δρόμος» (1932), «Η φαμίλια του Νώε» (1940), «Ταξίδι στο Άγνωστο» (1949), «Δύο μορφές: Δημ. Βουτυράς, Νικ. Χαντζάρας» (μελέτη, 1952), «Πορεία κόντρα στον τυφώνα» (1957 και β’ εκδ. 1958, «Ιστορίες του Πόρτο Λεόνε» (1960).

O Μιχ. Περάνθης λέει κάπου τα’ ακόλουθα χαρακτηριστικά για το Λεβάντα: «Η όσφρηση του δημοσιογράφου, η διαίσθηση του λογοτέχνη, και η καλοσύνη του ανθρώπου συνδυάζονται σ’ ολόκληρο το έργο του».

Επίσης ο κριτικός Γ. Βαλέτας αποκάλεσε τον Λεβάντα Τσέχωφ της Ελλάδας ως αρχιτέκτονα του μικρού διηγήματος της ζωής.

Λόγιος συγγραφέας και κληρικός. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξέδωσε διάφορα θρησκευτικά περιοδικά και το 1907 χειροτονήθηκε κληρικός. Εξακολούθησε να συνεργάζεται σε χριστιανικά έντυπα, όπου παράλληλα με τα άλλα δημοσιεύματά του δημοσίευε και νουβέλες και ιστορικά διηγήματα. Σε βιβλία εξέδωσε μόνο θεολογικά συγγράμματα.

Μεταφραστής, λογοτέχνης και δικαστικός. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ακολούθησε το δικαστικό κλάδο, απ’ όπου αποχώρησε στα 1960 κι από τότε δικηγορεί. Έγραψε και δημοσίευσε από πολύ νέος ποιήματά του, παραδοσιακής μορφής σε λογοτεχνικά περιοδικά. Αλλά το κύριο έργο του είναι οι άψογες μεταφράσεις των Ιταλών λογοτεχνών και Γάλλων, που πολλές τους έχουν κυκλοφορήσει και σε βιβλία.

Τελευταία, μετέφρασε πολλά διηγήματα του Πιραντέλλο, ενώ δικά του διηγήματα έχουν δημοσιευτεί στα «Κριτικά φύλλα», στη «Νέα Εστία», στην «Καινούργια Εποχή» και σ’ άλλα έντυπα.

Σημαντικός κριτικός τα των νεωτέρων Γραμμάτων μας, που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το έργο του Καβάφη. Γεννήθηκε στον Πειραιά, μα ανατράφηκε κι έζησε στην Αλεξάνδρεια, απ’ όπου έφυγε στα 1965, όταν διαλύθηκε οριστικά η εκεί παροικία. Από τότε εγκαταστάθηκε στην Ελβετία, συνεχίζοντας το δημιουργικό του έργο που περιλαμβάνει πολλούς τόμους κριτικής για σημαντικά θέματα και πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας, εκτός από τον Καβάφη, που αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα αυτού του έργου.

Ο Τίμος Μαλάνος παρουσιάσθηκε στα Γράμματα επίσημα, το 1933 (προηγούμενα είχε δημοσιεύσει μερικά δοκίμιά του σε περιοδικά) με το βιβλίο του «Ο ποιητής Κ.Π. Καβάφης» (ο άνθρωπος και το έργο του). Δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε τα «Συμπληρωματικά Σχόλια» πάνω στο έργο του για τον Καβάφη και στα 1938 κυκλοφορεί στην Αλεξάνδρεια το βιβλίο του «Ένας Ηγησιακός Καρυωτάκης». Ακολουθούν τα «Κριτικά Δοκίμια» (1940) και «Η Μυθολογία της Καβαφικής Πολιτείας» (1943).

Στα 1944 εξέδωσε σε βιβλίο δύο πολύ καίρια μελετήματά του: «Ο ποιητής Κ. Βάρναλης» και «Παπαδιαμάντης». Στα 1951 εκδίδει το μελέτημά του «Η ποίηση του Σεφέρη», που είναι η πρώτη απόπειρα συστηματικής μελέτης του έργου του μεγάλου ποιητή, έξω από μια προηγούμενη εργασία του Ανδρέα Καραντώνη.

Δύο χρόνια αργότερα εκδίδει τη μελέτη «Καβάφης - Έλιοτ - είναι πράγματι παράλληλοι;» που αποτελεί μια απάντηση σε σχετικό άρθρο του Γ. Σεφέρη δημοσιευμένο στο περιοδικό «Αγγλο - Ελληνική Επιθεώρηση» του 1947.

Στα 1953 σημειώνει δεύτερη έκδοση, συμπληρωμένη μ’ ένα παράρτημα το βιβλίο του «Η ποίηση του Σεφέρη», ενώ στα 1957 εκδίδεται σ’ ένα μεγάλο τόμο με τον τίτλο «Ο ποιητής Κ.Π.Καβάφης - ο άνθρωπος και το έργο του», όλα όσα είχε γράψει κι εκδώσει για τον Αλεξανδρινό ποιητή, μέχρι τότε, συμπληρωμένα με μια μελέτη του που τιτλοφορείται «Από τα Καβαφικά μου τετράδια». Η έκδοση αυτή είναι η οριστική και στις σελίδες αυτού του βιβλίου θα πρέπει να καταφύγει ο σύγχρονος αναγνώστης που θέλει να ‘χει μια πλήρη εικόνα του καβαφικού έργου.

Στα 1962 ο Μαλάνος κυκλοφορεί το βιβλίο «Δειγματολόγιο», όπου περιέχονται διάφορα κριτικά του δοκίμια, ενώ στα 1963 βγαίνει στο φως ο «Καβάφης 2» όπου περιλαμβάνονται νεώτερα σημειώματα πάνω στα καβαφικά θέματα και μια δεύτερη σειρά των «Φύλλων τετραδίου». Στον τόμο αυτό ο Μαλάνος επιχειρεί την ανασκευή πολλών λαθεμένων απόψεων άλλων Καβαφιστών.

Στα 1965 κυκλοφορεί το μελέτημά του «Σεφέρης ο Κήνσωρ, μια μικρή απολογία», που αποτελεί μια απάντηση στη δυσαρέσκεια που είχε εκφράσει ο Σεφέρης για το πρώτο μελέτημα σχετικά με την ποίησή του που εξέδωσε ο Μαλάνος.

Η προσφορά του Τίμου Μαλάνου στα Γράμματά μας κι ιδιαίτερα στη μελέτη του Καβαφικού έργου είναι σημαντική, όσο κι αν αμφισβητήθηκε από πολλούς κι όσο κι αν η ταξική τοποθέτηση του κριτικού τον εμπόδισε να φτάσει ως το βάθος των μηνυμάτων του μεγάλου Αλεξανδρινού, που σήμερα μόνο τα αντιλαμβανόμαστε, ή ίσως μόνο τα υποψιαζόμαστε.

Σύγχρονη πεζογράφος. Γεννήθηκε στον Πειραιά, από Γαλαξειδιώτες γονείς. Στα Γράμματα εμφανίστηκε σχετικά νέα, το 1958, με τη νουβέλλα «Η χώρα με τους ήλιους». Ακολούθησαν άλλα δύο πεζογραφήματα: «Δύο εποχές» (1960) και «Λεωφόρος χωρίς ορίζοντα» (1961). Την άλλη χρονιά εκδίδει το αφήγημά της «Πρόσωπα και φιγούρες» και παίρνει γι’ αυτό το Βραβείο των Δώδεκα. Στα 1964 εκδίδει το πεζογράφημα «Πολιτεία χωρίς ήρωες» και στα 1966 τον «Ένοχο».

Στη διάρκεια της φασιστικής δικτατορίας, 1967/74, η συγγραφέας ασχολείται με μεταφράσεις θεατρικών έργων, καθώς και σύγχρονων μυθιστορημάτων από την ξένη Λογοτεχνία, που ταυτίζονται με τη δική της ατμόσφαιρα, αυτήν που επικρατούσε στο ως τότε έργο της. Ποια όμως στάθηκε η «ατμόσφαιρα» αυτή;

Η Κ.Μ. Σα νέα πεζογράφος ακολούθησε τα ρεύματα του καιρού της που απαιτούσαν μια «ανανέωση» στον Πεζό Λόγο. Έπρεπε και στο Νεοελληνικό Μυθιστόρημα να γίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που συνέβηκε στην Ποίηση. Να περάσουμε από τις «παραδοσιακές» μορφές έκφρασης σε πιο μοντέρνες.

Έτσι, η Κ.Μ. σαν μυθιστοριογράφος παρασύρθηκε σε παραλογικές αφηγήσεις, όπως έγινε και με πολλούς συγγραφείς, τόσο στην Ελλάδα όσο και σ’ όλο τον κόσμο κατά την ίδια περίοδο. Θα ‘πρεπε να συμβούν τα τρομερά γεγονότα της στυγνής δικτατορίας του ’67 (μ’ όλες τις συναφείς αναταραχές που προηγήθηκαν κι ακολούθησαν» για να σημειωθεί μια νέα πραγματική τούτη τη φορά ανανέωση στο Μυθιστόρημα.

Στα χρόνια που προηγήθηκαν της πτώσης της δικτατορίας κι αμέσως μετά, η Κ.Μ. σαν συγγραφέας ωρίμασε εξαιρετικά γρήγορα. Και χωρίς η ίδια να τα’ ομολογεί φανερά, εγκατέλειψε τις «παραλογικές» ιδέες της.

Δύο βιβλία της που είδαν το φως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το μαρτυρούν. Το πρώτο αναφέρεται στα γεγονότα της Σφαγής του Πολυτεχνείου και το δεύτερο σ’ ένα περιστατικό ευθύνης του πνευματικού ανθρώπου απέναντι στην καταπιεστική κι ανελεύθερη ζωή που επέβαλαν στο λαό μας οι δικτάτορες.

Έτσι, το πεζογραφικό έργο της Κ.Μ., που αναμφισβήτητα έχει και δύναμη κι αγωνία κι ερευνητικότητα, ακολουθεί τώρα ένα νέο δρόμο, που σίγουρα είν’ ο μόνος ή ο πιο σωστός.

Λογοτέχνης και μεταφραστής. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε Οικονομικές κι Εμπορικές Επιστήμες, καθώς και νομικά, ασκώντας το επάγγελμα του δικηγόρου. Από νέος έχει ασχοληθεί με τη λογοτεχνία κι έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς μελέτες, διηγήματα, μεταφράσεις και θεατρικά και βιβλιοκριτικά σημειώματα.

Στα 1969 κυκλοφόρησε μια μετάφρασή του στα «Δέκα χορικά από το Βράχο» του Τ.Σ. Έλλιοτ με πλατειά εισαγωγή στο έργο του μεγάλου Άγγλου ποιητή και πολλά σχόλια.

Ηθοποιός και συγγραφέας, γνωστός και με τις δυο του αυτές καλλιτεχνικές ιδιότητες. Γεννήθηκε στον Πειραιά και τελειώνοντας το Γυμνάσιο ακολουθεί την εσώτερη κλίση του για το Θέατρο, εγκαταλείποντας τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Στα 1938 θα εμφανισθεί σαν ηθοποιός και μόνιμο στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου, πραγματοποιώντας επιτυχίες σε δύσκολους ρόλους. Αλλά μέχρι τότε, σαν έφηβος και γυμνασιόπαιδο ακόμη, δημοσιεύει φιλολογικά του κείμενα σ’ εφημερίδες και περιοδικά του Πειραιά, και παρουσιάζει από τη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου τρία θεατρικά του πρωτόλεια.

Η δραστηριότητά του στο θέατρο είναι κορυφαία πάντα: τουλάχιστο 40 πρώτοι ρόλοι, που οι περισσότεροι είναι μέσ’ απ’ τον κύκλο των αρχαίων τραγωδιών από το 1963 διευθύνει τη «Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου», είναι ιδρυτής της «Πειραματικής Σκηνής Πειραιώς» κι έχει σκηνοθετήσει πλήθος παραστάσεις ερασιτεχνικών κι επαγγελματικών θιάσων.

Σαν πεζογράφος ο Γκ. Μπ. Πρωτοεμφανίστηκε στα 1949 με μια σειρά διηγήματα που τα τιτλοφορεί «Μαριονέττες». Τα θέματα του βίβλου αυτού είναι η ζωή των φτωχών εργατών του Πειραιά, οι φτωχογειτονιές. Τα κατοπινά του βιβλία εκφράζουν όλη την ωριμότητα του πνεύματός του: «¨Το αγόρι της γελαστής Χερσόνησος» (μυθιστόρημα, 1953), «Τελευταίος Εσπερινός» (διηγήματα, 1960), «Ναύαρχος Μιαούλης» (μυθιστορηματική βιογραφία, 1961», « Ο μεγάλος Βάλτος» (μυθιστόρημα, 1965).

Ο Γκίκας Μπινιάρης είν’ ο ολοκληρωμένος πνευματικός άνθρωπος.

Θεολόγος και συγγραφέας. Γεννήθηκε στον Πειραιά και στα 1938 πήρε το πτυχίο του από τη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Έγραψε σχολικά βιβλία κι άλλα μελετήματα στην καθαρεύουσα.

Αναφέρουμε ανάμεσα στ’ άλλα το βιβλίο του «Η λογοτεχνική επίδρασις της Αγίας Γραφής επί του Διον. Σολωμού» (1957), όπου γίνεται μια προσπάθεια να ερμηνευθεί το έργο του εθνικού μας ποιητή από θεολογικής πλευράς, - μια προσπάθεια όμως όχι και πολύ πετυχημένη.

Ποιητής και πνευματική μορφή του Πειραιά, απ’ τις πιο αξιοσέβαστες. Γεννήθηκε στον Πειραιά και ακολούθησε τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Μετά την Απελευθέρωση αποστρατεύθηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Από μαθητής Γυμνασίου ακόμη συνεργάζεται σε διάφορα περιοδικά κι εφημερίδες και στα 1910 εκδίδει στον Πειραιά το περιοδικό «Χαραυγή», όπου συνεργάζονται μεγάλα ονόματα της Λογοτεχνίας μας, όπως ο Δημ. Βουτυράς, ο Παύλος Νιρβάνας, κι άλλοι.

Στα 1958 όταν επανεκδίδεται στον Πειραιά, από το Χρήστο Λεβάντα το «Περιοδικό μας», ο Μπούχλας δημοσιεύει μια νέα σειρά από ποιήματά του, και στα 1969 κυκλοφορεί τη συλλογή «Φαχίμα» με ποιήματα εμπνευσμένα από την Αίγυπτο, όπου ο ποιητής έζησε σαν αξιωματικός του στρατού στο διάστημα της Κατοχής.

Ποιητής και συγγραφέας, γνωστός περισσότερο σαν μεταφραστής της «Ιλιάδας» κι από τους ακαταπόνητους αγώνες του (μαζί με τον Ψυχάρη και τον Εφταλιώτη).

Γεννήθηκε στον Πειραιά, αλλά καταγόταν από την ιστορική οικογένεια των Πάλληδων της Ηπείρου. Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον Πειραιά και για ένα διάστημα σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας.

Λόγοι οικονομικοί τον ανάγκασαν να διακόψει τις σπουδές του και να φύγει το 1869 για το Μάντσεστερ της Αγγλίας, για να εργαστεί κοντά σ’ έναν έμπορο θείο του. Εκεί, η εργατικότητα, η εξυπνάδα του κι ο ζήλος του ν’ αναδειχθεί τον κατάστησαν γενικό διευθυντή των επιχειρήσεων του Οίκου Ράλλη, αφού πρώτα πέρασε απ’ όλη την κλίμακα της υπαλληλίας, ταξιδεύοντας στις Ινδίες και σ’ όλη την Ευρώπη, για λογαριασμό των εργοδοτών του.

Τελικά εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Λίβερπουλ διευθύνοντας τον μεγάλο αυτό εμπορικό οίκο. Παράλληλα, ωστόσο, ασχολούνταν με το φιλολογικό διάβασμα και γράψιμο, συμπληρώνοντας τις γνώσεις του.

Από τις πρώτες του φιλολογικές εργασίες ήταν μια μετάφραση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, σε άψογη, τότε (1885) καθαρεύουσα. Η μετάφραση αυτή, όταν εκδόθηκε, προκάλεσε τον ιδιαίτερο θαυμασμό του καθαρευουσιάνου ποιητή και καθηγητή Δημ. Βερναρδάκη.

Η καθαυτό όμως φιλολογική δραστηριότητα του Αλεξ. Πάλλη αρχίζει το 1888, που αποτελεί και τη σημαντικότερη χρονολογία στη νεώτερη Γραμματεία μας.

Είναι η χρονιά που εκδίδεται το «Ευαγγέλιο του Δημοτικισμού», το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη. Κι ο Πάλλης θα ενθουσιασθεί τόσο, ώστε θα προσχωρήσει ανεπιφύλακτα στο στρατόπεδο των δημοτικιστών κι από τότε θ’ αφιερώσει όλη του την ορμή και την πνευματικότητα στον αγώνα αυτό.

Μετέχει, ενεργά, όσο λιγοι της εποχής του, έστω κι από το εξωτερικό, στην πνευματική κίνηση της Ελλάδας, στέλνει επιστολές και σάτιρές του στο «Νουμά», βοηθάει οικονομικά τον Παλαμά στην έκδοση των βιβλίων του, κι αρχίζει το τεράστιο έργο της μετάφρασης της «Ιλιάδας».

Στα 1889 θα εκδώσει μια συλλογή ποιημάτων με τίτλο «Τραγουδάκια για Παιδιά», πιστεύοντας πως η δημοτική γλώσσα πρέπει ν’ αρχίσει να βρίσκει ρίζες στις ψυχές της νέας γενιάς.

Και στα 1896 θα κυκλοφορήσει τον πρώτο τόμο της «Ιλιάδας», που περιλαμβάνει την μετάφραση των έξι πρώτων ραψωδιών. Ήταν κάτι που συγκλόνισε τους φιλολόγους της εποχής. Επρόκειτο για μια «Ιλιάδα» ξαναπλασμένη έτσι που ν’ αποτελεί μέχρι σήμερα «αξεπέραστο μεταφραστικό επίτευγμα», όπως παραδέχονται οι κριτικοί του.

Στα 1904 θα κυκλοφορήσει ολοκληρωμένο το έργο, κι από τότε θ’ ακολουθήσουν πλήθος εκδόσεις του. Μόνο η μετάφραση που πραγματοποίησαν 60 χρόνια αργότερα ο Καζαντζάκης με τον καθηγητή Κακριδή θα μπορούσε να συγκριθεί μ’ αυτήν του Πάλλη.

Στη συνέχεια ο Πάλλης θα επιδοθεί συστηματικά στη μετάφραση αρχαίων κειμένων και θα μας δώσει μια διασκευή του στον «Κύκλωμα» του Ευριπίδη, το Α’ Βιβλίο των Ιστοριών του Θουκυδίδη με κριτικά σχόλια δικά του. Οι μεταφράσεις αυτές, μαζί με τη μετάφραση στο έργο του Κάντ: «Κριτική του Άδολου Λόγου», θα συμπεριληφθούν, συντροφιά με μικρότερα πρωτότυπα κείμενα του Πάλλη, στο βιβλίο που θα εκδώσει το 1915 με τίτλο «Κούφια καρύδια».

Στα 1907 εξάλλου, θα δη το φως μια σειρά σατιρικών ποιημάτων του με τον τίτλο «Ταμπουράς και Κόπανος». Ένα νέο μεταφραστικό του κατόρθωμα στάθηκε η έκδοση «Η νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο», που αποτελεί μετάπλαση στη δημοτική μας γλώσσα των Ευαγγελίων.

Το βιβλίο εκδόθηκε στα 1910 και προκάλεσε τέτοια αναστάτωση, ώστε οδήγησε σε ταραχές και διαδηλώσεις στην Αθήνα, με αρκετούς νεκρούς, που έμειναν γνωστές στην Ιστορία σαν «Ευαγγελικά».

Ένα ακόμη βιβλίο του Πάλλη ήταν «Ο Μπρουσός» με ταξιδιωτικές εντυπώσεις του. Πολλά άρθρα του δοκίμια και κριτικές μελέτες του βρίσκονται ακόμη σκόρπιες σε περιοδικά κι εφημερίδες στ’ αγγλικά και στα ελληνικά.

Τα προσωπικά του ποιήματα, όσο κι αν πολλοί τα χαρακτήρισαν «ερασιτεχνικά», φλέγονται από σωστό πατριωτισμό κι από βαθύτατη γνώση της Ιστορίας.

Κλείνοντας, θέλουμε να πούμε πως αν ο δημοτικισμός επικράτησε τελικά, χρωστά πολλά η νίκη τούτη στον Αλέξανδρο Πάλλη.

Πέθανε σε βαθιά γεράματα το Μάρτη του 1935 στο Λίβερπουλ, κι ύστερ’ από ένα μήνα, σύμφωνα με την τελευταία θέλησή του, η τέφρα του μεταφέρθηκε κι εναποτέθηκε στον προγονικό τάφο των Πάλληδων, που βρίσκεται στην αυλή της μονής Φιλανθρωπινών στο Νησί των Ιωαννίνων.

Φιλόσοφος, συγγραφέας και παιδαγωγός, μεγάλη μορφή των σύγχρονων Γραμμάτων μας κι ένας απ’ τους κορυφαίους επιστήμονές μας, που πασχίζουν μια ζωή ολόκληρη για την ανανέωση της Παιδείας μας.

Γεννήθηκε στον Πειραιά (27 Ιούλη 1900) και σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ύστερα του Βερολίνου και Τύβιγγεν, όπου ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 1927.

Γυρίζοντας στην Ελλάδα εργάσθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη Μέση Εκπαίδευση κι από τον Οκτώβρη του 1944 διορίστηκε σαν γενικός διευθυντής στο υπουργείο Παιδείας, θέση στην οποία απολύθηκε και επανήλθε πολλές φορές από τότε (ανάλογα με τις κυβερνητικές αλλαγές και με τη «θέση» που έπαιρναν οι κυβερνώντες απέναντι στις προοδευτικές ιδέες του Παπανούτσου, σχετικά με το εκπαιδευτικό μας πρόβλημα.

Τελικά από τον Φλεβάρη του 1964 ως τον Ιούλη του 1965, όταν κυβέρνησε την Ελλάδα, για πρώτη φορά, μια σωστή δημοκρατική κυβέρνηση, ο Παπανούτσος σαν γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, φρόντισε να υλοποιήσει το εκπαιδευτικό, ανανεωτικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, με αποτέλεσμα να του αποδοθεί χαρακτηριστικά ο τίτλος του «αρχιτέκτονα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης».

Στα 1965 το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφίας, και στα 1967 προσκλήθηκε από το πανεπιστήμιο «Μπάφαλο» της Νέας Υόρκης να διδάξει σαν φιλοξενούμενος καθηγητής.

Σαν συγγραφέας ο Ευάγ. Παπανούτσος εμφανίσθηκε πολύ νωρίς στα Γράμματα κι έχει να επιδείξει πλούσιο έργο σε ποιότητα και σε ποσότητα.

Η πρώτη εργασία του δημοσιεύθηκε το 1921 στο περιοδικό της Αλεξάνδρειας «Εκκλησιαστικός Φάρος», κι έφερε τον τίτλο «Ευθύνη κι ελευθερία. Έλεγχος των μονιστικών θεωριών δια της κριτικής ενός νεοφανέντος βιβλίου».

Ακολούθησαν ύστερα τα βιβλία «Πραγματισμός ή ουμανισμός» (1924) και το γραμμένο σε γερμανική γλώσσα για τον Πλάτωνα: «DAS RELIGIOSE ERLEBEN DEI PLATO» (1927).

Αλλά βασικό του έργο θεωρείται το τρίτομο, με το γενικό υπέρτιτλο «Ο κόσμος του Πνεύματος» που περιέχει την «Αισθητική» (1948), την «Ηθική» (1949) και τη «Γνωσιολογία» (1954).

Τα βιβλία αυτά μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες κι έκαναν το όνομα του Παπανούτσου διεθνές γνωστό.

Είκοσι χρόνια πριν περίπου είχε εκδώσει άλλη μια τριλογία που αποτελεί συνοπτική θεώρηση αυτής της δεύτερης. Πρόκειται για τα βιβλία: «Περί τέχνης» (Αλεξάνδρεια 1928), «Περί Ηθικής» (Αθήνα 1932) και «Περί Επιστήμης» (1936).

Άλλες εργασίες του Παπανούτσου είναι οι ακόλουθες: «Κάθαρση των παθών κατά Αριστοτέλη» (1953), γραμμένη στα γαλλικά, που πρωτοδημοσιεύθηκε σε μεγάλο σουηδικό φιλολογικό περιοδικό τα «Εφήμερα» (1950), «Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός» (1949), «Φιλοσοφία και Παιδεία» (1958), «Η ηθική συνείδηση και τα προβλήματά της» (1962), «Φιλοσοφικά προβλήματα» (1963) «Αγώνες και αγωνία για την παιδεία» (1965), «Στοιχεία Ψυχολογίας» (διδακτικό βιβλίο), «Λογική» (1970) και «Ψυχολογία (1970).

Αναρίθμητα ακόμη είναι τα άρθρα, οι κριτικές μελέτες κι οι επιφυλλίδες που δημοσιεύει τακτικά στην εφημερίδα «Βήμα» επί χρόνια τώρα.

Εξάλλου, ο Παπανούτσος τόσο σαν συγγραφέας, όσο και σαν δάσκαλος (με την πλατύτερη έννοια του όρου) έχει βάλει οριακές βάσεις στη σύγχρονη μελέτη της Φιλοσοφίας και της κριτικής στον τόπο μας.

Η πλατειά κι εκπληκτική του μόρφωση, η γνώση του της ανθρώπινης ψυχολογίας, η ζωντανή του γλώσσα (στάθηκε πάντα ένας υπέρμαχος της Δημοτικής στην επιστημονική διδασκαλία), το βάθος κι η συνθετική του ανάλυση των κοινωνικών προβλημάτων η ζωτικότητά του κι η επιστημονική του ενημέρωση πάνω στα σύγχρονα θέματα, τον καθιστούν την κορυφαία μορφή των Γραμμάτων μας.

Στα 1974 εξελέγη βουλευτής Επικρατείας στην παράταξη της Ένωσης Κέντρου - Νέων Δυνάμεων, και μέσ’ απ’ τη Βουλή συνέχισε τον αγώνα του για την επικράτηση των προοδευτικών στοιχείων στο αναμορφωτικό της Παιδείας μας πρόγραμμα.

Φιλολογικό ψευδώνυμο του Πειραιώτη ποιητή Πέτρου Φλαμπούρη. Τελειώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του στον Πειραιά, όπου γεννήθηκε, παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας για να ολοκληρώσει κατόπιν τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια της Βόννης και της Κολωνίας.

Από το 1966 ταξιδεύει στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης κι εργάζεται στην αμερικάνικη πρεσβεία της Βόννης. Στα γράμματα παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά το 1955 με την ποιητική συλλογή «Όρθρος».

Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία: «Σταλαχτίτες της σιωπής» (1956), «Τα σήμαντρα του Αιγαίου» (1957, β’ έκδοση συμπληρωμένη: 1966), «Σατιρικά ψιχία» (1960), Αίμα της Μοναξιάς» (1960), «Η νύχτα είναι η μουσική των απελπισμένων» (1960, ο τίτλος στα ισπανικά).

Ο Αγγ. Παρθένης από τα πρώτα του κιόλας βιβλία έδειξε να διαθέτει έναν ανθρωπισμό βαθύτατο και μια πλούσια εμπειρία ζωής, αλλά σε συνδυασμό με γνώσεις και πλατύ πεδίο ενδιαφερόντων.

Ο στίχος του, απόλυτα σύγχρονος είναι γεμάτος σύμβολα, που πολλές φορές το νόημά τους δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό, κι άλλες φορές ξαφνιάζουν με την ευρηματικότητά τους.

Ακαδημαϊκός καθηγητής του Πολυτεχνείου, αρχιτέκτονας και συγγραφέας, μια φωτεινή μορφή του πνευματικού μας κόσμου. Καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία ο καθηγητής Πικιώνης, είχε μέσα του έντονη την αγωνία της καταστροφής του ελληνικού τοπίου από τη σύγχρονη αρχιτεκτονική του μπετόν - αρμέ κι αγωνίστηκε μόνος του, αλλά και συντονισμένα, μ’ άλλους διανοούμενους του καιρού του να περισώσουν ό,τι μπορούσαν.

Είναι αυτός που διαμόρφωσε τον χώρο γύρω απ’ το μνημείο του Φιλοπάππου και την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη.

Έγραψε πλήθος μελέτες κι επιφυλλίδες γύρω απ’ το θέμα της διάσωσης της ελληνικής αρχιτεκτονικής και λαϊκής τέχνης.

Γεννήθηκε στον Πειραιά, μα η καταγωγή του ήταν απ’ τη Χίο, σπούδασε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό κι από το 1943 ως το 1958, ήταν καθηγητής στο Πολυτεχνείο.

Το 1966 εκλέχτηκε ακαδημαϊκός. Τα δοκιμιακά κείμενά του έχουν όλη τη ζωντάνια του δημοτικού ελληνικού λόγου και μεταδίνουν στον αναγνώστη το πάθος και την αγωνία του καλλιτέχνη αυτού αρχιτέκτονα για το λαϊκό μας πολιτισμό. Πολλά άλλα αρχιτεκτονικά του αριστουργήματα βρίσκονται σκόρπια σ’ όλη την Ελλάδα.

Υπήρξε και φίλος όλων των αληθινών μας πνευματικών ανθρώπων και πολλούς βοήθησε στο έργο τους, εικονογραφώντας βιβλία τους, ή συμβάλλοντας στην έκδοση λογοτεχνικών περιοδικών.

Σκηνοθέτης, μεταφραστής και κριτικός, ο Μάριος Πλωρίτης που το πραγματικό του όνομα είναι Μάριος Παπαδόπουλος, αποτελεί σήμερα ένα από τα κορυφαία ονόματα της δημόσιας και της πνευματικής μας ζωής, κι η πολύπλευρη δράση του τον φέρνει χρόνια τώρα στο προσκήνιο της δημοσιότητας.

Γεννήθηκε στον Πειραιά, από μικροαστική οικογένεια, με φιλελεύθερες παραδόσεις, και σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ύστερα έφυγε στην Αγγλία και στην Αμερική, όπου έκαμε ειδικές θεατρικές σπουδές.

Στα Γράμματα εμφανίστηκε σαν μεταφραστής θεατρικών έργων μέσα στην Κατοχή που ανέβαζε ο νεοσύστατος θίασος «Τέχνης» του Κάρολου Κουν.

Το πρώτο θεατρικό έργο που μετέφρασε ο Πλωρίτης ήταν το «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε» του Πιραντέλλο. Ακολούθησε μια σειρά ολόκληρη μεταφράσεων, που μέχρι το 1975 ξεπερνούν τα 100 έργα, που τα περισσότερά τους έγιναν επιτυχίες από τις σκηνές των μεγαλύτερων θιάσων, με τους σπουδαιότερους πρωταγωνιστές που διαθέτει το θέατρό μας.

Από το 1945 και για είκοσι ολόκληρα χρόνια ο Πλωρίτης έγραφε υπεύθυνη κριτική θεάτρου και κινηματογράφου στην εφημερίδα «Ελευθερία». Είν’ ενδεικτικό του ήθους του Πλωρίτη το γεγονός ότι απ’ τη στιγμή που η «Ελευθερία» άλλαξε πολιτική γραμμή, και από επίσημο όργανο του Δημοκρατικού Κέντρου, πέρασε στην υποστήριξη των λεγομένων «αποστατών» το 1965, ο Πλωρίτης εγκατέλειψε τη στήλη του αυτή, που την υπηρέτησε με τόση συνέπεια τόσα χρόνια.

Σαν σκηνοθέτης ο Μάριος Πλωρίτης εμφανίσθηκε με την ίδια επιτυχία το 1952, διδάσκοντας για τη σκηνή του θιάσου Λαμπέτη - Παπά - Χορν, το έργο «Βαθιά, γαλάζια θάλασσα». Από τότε σκηνοθέτησε για λογαριασμό διαφόρων θιάσων πάνω από 30 έργα..

Ο Πλωρίτης ήταν ακόμη για μεγάλο διάστημα καθηγητής δραματολογίας και Ιστορίας Θεάτρου στη δραματική Σχολή του Κάρολου Κουν, και υπήρξε διευθυντής συντάξεως της ετήσιας έκδοσης του θεατρικού επιχειρηματία Θ. Κρίτα, «Θέατρο».

Yπήρξε ακόμη διευθυντής της εφημερίδας «Νίκη», πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου, και μέλος πολλών λογοτεχνικών σωματείων. Αλλά η πολύπλευρη αυτή δραστηριότητά του εκτείνεται και στον συγγραφικό τομέα.

Εκτός από τις πλήθος επιφυλλίδες που έχει δημοσιεύσει μέχρι τώρα σε μεγάλες εφημερίδες της Αθήνας (από το 1974 συνεργάζεται τακτικά με την εφημερίδα «Βήμα»), ο Μάριος Πλωρίτης έχει εκδώσει και τα ακόλουθα βιβλία: «Πρόσωπα του νεώτερου δράματος» (1965) που είναι μια σειρά κριτικών άρθρων για τον Στρίντμπεργκ, τον Τσέχωφ, τον Πιραντέλλο, τον Μπρεχτ, τον Ιονέσκο, τον Ζαρρύ, τον Ντύρενματ, κι άλλους.

Στα 1966 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Τα λοφία και οι παγίδες», ενώ το 1967, παραμονές της δικτατορίας, εκδόθηκε το βιβλίο του «Τα Προσωπεία - Ιουλιανά και άλλα». Και τα δυο αυτά βιβλία που αποτελούνται από μια σειρά κοινωνικο - πολιτικών δοκιμίων αναφέρονται στην προετοιμασία της ανωμαλίας στην πολιτική ζωή του τόπου, που αποτελεί η κάθε δικτατορία, κι όπως ήταν φυσικό, οι φωτοσβέστες της στρατιωτικής χούντας, απαγόρευσαν αμέσως την κυκλοφορία τους.

Ο Μάριος Πλωρίτης, για ένα διάστημα αρκετών χρόνων ύστερ’ από την 21 Απριλίου 1967, αυτοεξορίσθηκε στο εξωτερικό, όπου ανάπτυξε έντονη δραστηριότητα κατά του στυγνού δικτατορικού καθεστώτος που βίαια επιβλήθηκε στη χώρα του. Από το 1974, όμως, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, συνεχίζει τη δημιουργική του προσφορά στον κόσμο του Θεάτρου και σαν κριτικός της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα, γενικώτερα.

Πεζογράφος και ποιήτρια, σημαντική εκπρόσωπος της νεώτερης γυναικείας λογοτεχνίας στον τόπο μας. Γεννήθηκε στον Πειραιά κι είναι κόρη του μεγαλοβιομήχανου Βασίλη Κωνσταντόπουλου, αδερφή της μεγάλης μας τραγωδού Κατίνας Παξινού και της ζωγράφου και μουσικού Βαρβάρας Κωνσταντοπούλου. Παντρεύθηκε τον πολιτευτή Περικλή Ράλλη (1891/1945, που διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών) και στη Λογοτεχνία εμφανίσθηκε πολύ νέα.

Η ίδια λέει πως έγραφε από μικρό κοριτσάκι, γιατί έχει μέσα της «το αίσθημα της γλώσσας, το ένστικτό της». Η πρώτη της ποιητικη συλλογή είδε το φως στα 1932 με τίτλο «Γυναικεία Λόγια». Τίτλος χαρακτηριστικός: ήταν οι συναισθηματικές αγωνίες του νέου κοριτσιού που βιάζεται να γίνει γυναίκα. Η συλλογή εκείνη ήταν παραδοσιακή ποίηση, με μέτρο κι ομοιοκαταληξία.

Δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορεί ένα νέο ποιητικό βιβλίο. Τίτλος: «Εξομολογήσεις», και στα 1938 έρχονται οι «Στίχοι».

Η Μαρία Π. Ράλλη είναι πια μια ολοκληρωμένη ποιήτρια. Μέσα στην κατοχή θα εκδώσει ένα πολύστιχο, πολυσέλιδο ποίημα (150 πυκνοτυπωμένες σελίδες) με τον ενδεικτικό τίτλο «Λόγια σε νεκρό». Στα 1956, όταν θα αποφασίσει να εμφανιστεί στο προσκήνιο της λογοτεχνικής ζωής, θα εκδώσει άλλα τρία βιβλία μαζί: μια συλλογή διηγημάτων - «Ένας κούκος σωπαίνει τη νύχτα» - και δύο «ταξιδιωτικά» από τις χώρες που γνώρισε: «Δρομολόγια και καθυστερήσεις» και «Περίπατος στη Γερμανία».

Το 1957 θα εκδοθεί άλλο ένα σημαντικό ταξιδιωτικό της κείμενο, με βαθύτερες προεκτάσεις, που τιτλοφορείται «Στην Κύπρο φέγγει», κι έχει σαν θέμα του το ηρωικό αυτό νησί τη στιγμή που αφυπνίζεται πάλι κι αγωνίζεται για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του. Στα 1964 θα δουν το φως άλλα δυο βιβλία της : η συλλογή διηγημάτων «Από το ένα στο άλλο) (παίρνει την άλλη χρονιά κρατικό βραβείο) και το θαυμάσιο ταξιδιωτικό «Περίπατος στη Ρουμανία και στη Μόσχα».

Η συγγραφέας Μαρία Π. Ράλλη, που έχει αποσπάσει πλήθος επαινετικές κριτικές από τους πιο αξιόλογους ανθρώπους των Γραμμάτων μας, έχει να επιδείξει στο έργο της, εκτός απ’ το πάντα ξύπνο ενδιαφέρον της για τα’ ανθρώπινα προβλήματα, ένα λογοτεχνικό ύφος αφήγησης πρωτότυπο κι απαλλαγμένο από αμφιβολίες - καθώς λέει ο Αλκ. Γιαννόπουλος - χωρίς υπονοούμενα: μιλάει ξεκάθαρα, αντρίκια και στέλνει το μήνυμά της ίσια στην ανθρώπινη ψυχή.

Ποιήτρια και φιλόλογος, βυζαντινολόγος με γερή μόρφωση. Αμέσως μετά τον Πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Γερμανία, όπου διδάσκει Νεοελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μπόχουμε. Γεννήθηκε στον Πειραιά, όπου και τέλειωσε το Γυμνάσιο. Σπούδασε ύστερα φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας κι έφυγε για μετεκπαίδευση στο Μάρμπουργκ της Γερμανίας, παίρνοντας διδακτορικό πτυχίο από το πανεπιστήμιο της πόλης αυτής, που αργότερα έγινε κι επίτιμη καθηγήτριά του.

Με το γάμο της (παντρεύτηκε τον καθηγητή Ρόζενταλ) η Ισιδώρα Καμαρινέα έμεινε πια μόνιμα στη Γερμανία.

Σαν ποιήτρια εμφανίστηκε στα 1938 με τη συλλογή της «το κάστρο», και μέσα στην Κατοχή, και κατά την περίοδο από 1940 - 43 διεύθυνε το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Στα 1940 εξέδωσε ένα βιβλίο με μεταφράσεις της από τα ποιήματα της Μαρσελίν Βαλμόρ. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε ανθολογίες που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα. Στη Γερμανία η Ισιδώρα Καμαρινέα εκτός από το καθηγητικό της έργο, ανάπτυξε σημαντική δραστηριότητα προβάλλοντας τη νεοελληνική λογοτεχνία με μεταφράσεις της, που εκδόθηκαν σε βιβλία. Έχει μεταφράσει πάνω από 30 έργα Νεοελλήνων μυθιστοριογράφων και ποιητών, κι έχει συνεργαστεί στο ελληνικό τμήμα ανθολογιών που κυκλοφόρησαν διάφοροι γερμανικοί εκδοτικοί οίκοι.

Η Ισιδώρα Καμαρινέα, που έχει κάνει σκοπό ζωής την προβολή του Ελληνικού πνεύματος στη Γερμανία, έχει γράψει παράλληλα πολλές μελέτες για την ελληνική φιλολογία σε γερμανικά περιοδικά κι εξέδωσε τον τόμο «Ελλάδα» στη Γερμανική εκδοτική σειρά «Πολιτισμός των Εθνών».

Πεζογράφος, ιστορικός συγγραφέας από τους νεώτερους, με σημαντικό κιόλας έργο. Γεννήθηκε στον Πειραιά, αλλά από μικρό παιδί εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του (Πελοποννησιακής καταγωγής) στην Αθήνα, όπου και τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές.

Ύστερα σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στην Πάντειο Σχολή κι από το 1956 εργάστηκε σαν υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Έμεινε στη θέση αυτή επί 12 ολόκληρα χρόνια, υπηρετώντας πάντα στην Ελληνική Επαρχία, όπου συγκέντρωσε και τις εμπειρίες που φανερώνονται κατόπι στο έργο του.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε στα 1959, με το ιστορικό του μυθιστόρημα «Πολέμων» εμπνευσμένο από την εποχή των Διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου (β’ έκδ. 1978). Ακολούθησε, στα 1962, το πολυσέλιδε κοινωνικό μυθιστόρημα «Η Αιώνια Γυναίκα».

Ώσπου στα 1971, με την ευκαιρία του εορτασμού των 150 χρόνων από τη Μεγάλη Επανάσταση του 1821, ο Ευάγ. Γ. Ρόζος εκδίδει ένα σημαντικό ιστορικό μελέτημα. Πρόκειται για το βιβλίο «Οι Νησιώτες του Αιγαίου στον Αγώνα» (θέση και κατάσταση των νησιωτών του Αιγαίου τις παραμονές του 1821 - Οι συμβολές και οι θυσίες τους στον Αγώνα).

Είναι ένα σημαντικό κείμενο, γιατί σ’ αυτό το βιβλίο των 300 και πάνω σελίδων, ο θαυμάσιος πεζογράφος αποδεικνύεται σοβαρός μελετητής της Ιστορίας: συνειδητός ερευνητής, σωστός κριτής των γεγονότων. Κι όλα αυτά σε μια όμορφη δημοτική γλώσσα, μ’ ένα ύφος όλο ζωντάνια.

Ο Ευάγ. Γ. Ρόζος ξέρει να μεταχειρίζεται το ιστορικό υλικό και ν’ αντλεί απ’ αυτό τα στοιχεία εκείνα που αποκαλύπτουν το Ελληνικό μεγαλείο και τον πόθο του λαού για ελευθερία.

Στα 1973 ο συγγραφέας θα εκδώσει έναν τόμο με τον τίτλο «Ελληνιστικά Διηγήματα». Ο Ευαγγ. Γ. Ρόζος, έχοντας παραιτηθεί στα 1968 από τη δημόσια υπηρεσία αφιερώθηκε πια αποκλειστικά στο γράψιμο. Έχει συνεργασθεί σε πολλά περιοδικά της Αθήνας («Νέα Σκέψη» «Κριτικά Φύλλα», «Θεσσαλική Εστία» κ.α.) και στα 1974, στη συλλογική έκδοση «Πολύπτυχον» δημοσιεύει μια αξιόλογη φιλολογική εργασία του για το μεγάλο Γερμανό συγγραφέα Τόμας Μαν κι ένα όμορφο διήγημα.

Στα 1975 τέλος εξέδωσε έναν τόμο δοκιμίων κάτω από το γενικό τίτλο «Η Τέχνη και οι Δημιουργοί της». Ακόμα το 1977 εξέδωσε το βιβλίο «10 Νεοέλληνες λογοτέχνες» όπου παρουσιάζει κι αναλύει το έργο 10 σύγχρονων ποιητών και πεζογράφων μας και στα 1978 κυκλοφόρησε την ιστορική μελέτη «Ο πολιτισμός των νησιών του Αιγαίου επί Τουρκοκρατίας».

Πεζογράφος με λιγοστό αλλά σημαντικό για τη νεώτερη Λογοτεχνία μας έργο. Γεννήθηκε στον Πειραιά, όπου τελειώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία. Παρόλο που το επάγγελμα αυτό του απασχολούσε όλο του το χρόνο, παρόλο που αναγκάσθηκε να εργασθεί και σαν υπάλληλος ν’ αντεπεξέλθει στις ανάγκες της ζωής, μπόρεσε να γράψει μερικά βιβλία που φανερώνουν τη δύναμη του πεζογραφικού του ταλέντου.

Στα 1935 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Αποστόλης Καρλάς», που το υπόγραψε με το ψευδώνυμο Κώστας Χαλδαίος. Στη συνέχεια, εμφανίστηκε με κριτικές και φιλολογικές μελέτες του σε περιοδικά κι εφημερίδες, ώσπου στα 1943 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα που τον έκανε πασίγνωστο «Η Θάλασσα».

Το μυθιστόρημα αυτό θα σημειώσει άλλη μια έκδοση στα 1958 και θα μεταφρασθεί στο εξωτερικό. Στο μεταξύ, 1956, ο Κώστας Σούκας εκδίδει άλλο ένα βιβλίο: το μυθιστόρημα «το ποινικό μητρώο μιας εποχής», που θα τιμηθεί με πρώτο Κρατικό Βραβείο. Και θ’ ακολουθήσει άλλο ένα μυθιστόρημα, το «Καταδικάζεται η ελπίδα». Και με τα δυο τελευταία του αυτά βιβλία, ο Σούκας αποπειράται να καταγράψει και ν’ αναλύσει τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα της χώρας.

Ποιητής σιγανόφωνος, που επιμένει στην παραδοσιακή γραφή. Γεννήθηκε στον Πειραιά κι άρχισε από πολύ νέος να συνεγάζεται σε φιλολογικά περιοδικά. Ωστόσο μόνο στα 1959 εξέδωσε μια συλλογή με τίτλο «Αναλαμπές» και την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Πειραιώτικα». Είναι μέλος της «Φιλολογικής Στέγης Πειραιά».

Ποιητής σημαδεμένος από μια τραγική μοίρα να μην ολοκληρώσει ένα έργο που προμηνυόταν λαμπρό. Γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε νομικά. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, κι ο φοιτητής ακόμη κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Στα γυρίσματα του ρυθμού» (1930). Για ένα διάστημα συνεργάσθηκε σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες του Πειραιά.

Ώσπου ήρθε ο Πόλεμος κι ο ποιητής πήρε μέρος στις μάχες του Αλβανικού μετώπου, κι ύστερα στην Αντίσταση. Μα τον έπιασαν οι Γερμανοί και τον κράτησαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μέχρι την Απελευθέρωση.

Στα 1946 εμφανίστηκε και πάλι στα Γράμματα από τις σελίδες του περιοδικού «Πορεία». Στα 1951 εξέδωσε ένα δεύτερο βιβλίο με τον τίτλο «Στροφές». Μα οι κακουχίες των στρατοπέδων συγκέντρωσης είχαν κλονίσει σοβαρά την υγεία του κι ο Σάββας Σπανίδης πέθανε στα 1959 καθώς ετοίμαζε για έκδοση μια επιλογή των ποιημάτων του κι ένα αφήγημα από τις απάνθρωπες ταλαιπωρίες του στα ναζιστικά στρατόπεδα αιχμαλώτων.

Άνθρωπος με τεράστια πνευματική καλλιέργεια ο Σπανίδης αποδείχθηκε ποιητής με λεπτή αίσθηση του ρυθμού, αφήνοντάς μας λιγοστά, μα πολύ όμορφα ποιήματα παραδοσιακής μορφής.

Διηγηματογράφος. Γεννήθηκε στον Πειραιά, όπου και ζει ασκώντας το επάγγελμα του εκτελωνιστή. Από πολύ νέος έγραφε σε λαϊκά περιοδικά χρονογραφήματα κι εύθυμους στίχους, χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία. Μα από το 1970 άρχισε μια νέα λογοτεχνική σταδιοδρομία, που έδωσε ως τώρα εξαιρετικούς καρπούς και μας τον παρουσίασε σαν έναν απ’ τυος αξιολογότερους διηγηματογράφους που διαθέτουμε.

Στα 1970, μαζί με τον κριτικό και ποιητή, Πειραιώτη κι αυτόν, Νίκο Μπατάγια, εξέδωσαν μια «Πανελλήνιο Ανθολογία Πεζογραφίας και Ποιήσεως», που, παρόλη την απειρία των ανθολόγων, είχε καλή απήχηση στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ώσπου στα 1972 ο Γεράσιμος Τσάκαλος εκδίδει την πρώτη του συλλογή με διηγήματα, κάτω απ’ το γενικό τίτλο «Πορεία σε εχθρικό περιβάλλον».Το βιβλίο αυτό ξάφνιασε κυριολεκτικά την κριτική.

Τα διηγήματά του, πολύ νέα, πολύ προοδευτικά, έφερναν κάτι καινούργιο για το δύσκολο αυτό λογοτεχνικό είδος, που ο συγγραφέας έμοιαζε να κατέχει πού καλά την τεχνική του.

Στα 1975 ακολούθησε μια νέα συλλογή με διηγήματα. Τίτλος παρμένος απ’ το πρώτο διήγημα της συλλογής: «Οι ρίζες». Με το δεύτερο αυτό βιβλίο του ο Γεράσιμος Τσάκαλος μας έπεισε ότι βρίσκεται σ’ έναν πολύ καλό δρόμο, ότι κατέχει κιόλας μια σίγουρη θέση στη νεώτερη πεζογραφία μας κι ότι πολλά έχει να προσφέρει ακόμη.

Ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Γεννήθηκε στον Πειραιά, μα καταγόταν απ’ την Κεφαλονιά. Σπούδασε λογιστικά κι εργάστηκε σαν τραπεζικός υπάλληλος. Στην κατοχή πήρε ενέργό μέρος στην Αντίσταση, στις τάξεις των προοδευτικών δυνάμεων, που και μετά την Απελευθέρωση εξακολούθησαν τον αγώνα τους για τη δικαίωση των ιδανικών τους. Ωστόσο, ο Κ. Φραγκισκάτος υπόστηκε πλήθος διώξεις για τις προοδευτικές, πολιτικές του ιδέες, και στα 1949 καταδικάστηκε από τα έκτακτα στρατοδικεία που λειτουργούσαν τότε, σε ισόβια δεσμά.

Αφού πέρασε πολλά χρόνια σε φυλακές κι εξορίες, αφέθηκε τελικά ελεύθερος. Όμως Δε μπόρεσε να χαρεί αυτή την ελευθερία: πέθανε σε λίγο καιρό, σε ηλικία μόλις 55 χρονών, χωρίς να προφτάσει ν’ αποτελειώσει το έργο του, που άρχισε να το τυπώνει βιαστικά από το 1960. Έτσι, μέσα στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν ως το θάνατό του, εξέδωσε τα βιβλία: «Ασιάτες λογοτέχνες και ποιητές» (μεταφράσεις και βιογραφική παρουσίαση» και «Πέλειες» (ποιητική σύνθεση, σε τρεις μορφές: ελληνικό και γαλλικό κείμενο μαζί, μόνο γαλλικό και μόνο ελληνικό).

Πριν απ’ τον Πόλεμο, στα 1928, ο Φραγκισκάτος είχε παρουσιάσει την ποιητική συλλογή «Σκόρπιες νότες», όπου συγκέντρωσε ποιήματά του γραμμένα στο διάστημα 1922/24. Αργότερα δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, δοκίμια, ποιήματα και λαογραφικές του μελέτες. Στάθηκε μια αξιόλογη μορφή των Γραμμάτων μας, που η πολιτική διαμάχη των τελευταίων δεκαετιών την άφησε αναξιοποίητη, υποχρεώνοντάς την σε «σιωπή».

Λογοτέχνης κριτικός και δοκιμιογράφος. Γεννήθηκε στον Πειραιά, και σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο.

Στα 1963 εμφανίστηκε στην φιλολογική κίνηση του Πειραιά με την έκδοση του περιοδικού «Πνευματική Πορεία», ενώ από το 1966 είναι Πρόεδρος της «Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς». Εκτός από τις εκδόσεις που επιμελήθηκε, κυκλοφόρησε σε μικρά φυλλάδια τις μελέτες του «Πειραϊκές Μορφές» (1960), «Αλέξανδρος Φλέμιγκ» (1964) και «Η θάλασσα στο έργο Πειραιωτών λογοτεχνών» (1970). Παράλληλα έχει δημοσιεύσει σ’ εφημερίδες και περιοδικά του Πειραιά πλήθος μελέτες του για τη ζωή και τη δράση σπουδαίων προσωπικοτήτων της πόλης αυτής.

Γενικά, ο Γιάννης Xατζημανωλάκης είναι μια απ’ τις νεότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του τόπου, που παρέχουν ελπίδες για μια υπεύθυνη πνευματική δημιουργία.

Ποιητής από τους σημαντικότερους της μεταπολεμικής γενιάς, κλείνει μέσα στα τρία βιβλία του, όλο το πάθος για δημιουργια κι αντίσταση ενός κόσμου - του Ελληνικού - που ξαναγεννήθηκε μεσ’ από το χαλασμό της Κατοχής, και μεσ’ από τα προδομένα όνειρα μιας αλλαγής που όλοι την πρόσμεναν και δεν ήρθε...

Γεννήθηκε στον Πειραιά, 6 Μαϊου του 1933. Εκεί τέλειωσε και τις εγκύκλιες σπουδές του στο Α’ Πρότυπο Γυμνάσιο, κι από μαθητής ακόμη φανέρωσε την ποιητική του ευαισθησία διευθύνοντας την έκδοση του φιλολογικού περιοδικού του Γυμνασίου του και δημοσιεύοντας ποιήματά του σε περιοδικό του Πειραιά.

Στη συνέχεια σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, κι ήταν φοιτητής ακόμη όταν εξέδωσε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, με τίτλο «Δρόμοι του Καλοκαιριού», στα 1956. Την επόμενη χρονιά εκδίδει την ποιητική συλλογή «Η Ακολουθία του Ήλιου», και στα 1962 το τρίτο του ποιητικό βιβλίο με το χαρακτηριστικό τίτλο: «Έλυτρα της Σιωπής». Στα 1970 θα ξαναπαρουσιαστεί στην πνευματική ζωή μ’ ένα μελέτημα για τον Αμερικανό ποιητή Έντγκαρ Πόε (που σαν μορφή και σαν τραγική μαρτυρία ζωής τον έχει απασχολήσει και στα ποιήματά του).

Ο Δημ. Χουρμούζης από το πρώτο του κιόλας βιβλίο αποκαλύφθηκε σαν ποιητής «βαθιάς πνοής», όπως τον χαρακτήρισε η Κριτική. Δεν περιορίστηκε σε μικρές απόπειρες έκφρασης των εμπειριών του. Τα έργα του ήταν πάντα συνθετικά, πλατειά, αγκάλιαζαν καταστάσεις, ανάλυαν τον ποιητικό εαυτό του και τον άπλωναν μέσα στον κόσμο του - έναν κόσμο τρομερών ανακατατάξεων, ιδιαίτερα για την Ελλάδα της δεκαετίας 1950/60, και των εφήβων που τότε αντρώνονταν.

Ποιητής από τον Πειραιά. Τέλειωσε μόνο το Γυμνάσιο κι ασχολήθηκε με το εμπόριο. Παράλληλα έγραψε στίχους. Σε ώριμη ηλικία εξέδωσε τα ακόλουθα βιβλία: «Φθόγγοι» (1965), «Αναλαμπές» (1966), «Άγχος» (1969), «Ροδοστάλες» (1971), «Διέξοδος» (1974) και «Τα Χαμόγελα» (εύθυμες ιστορίες, 1975). Η ποίησή του, σιγανόφωνη, «μαρτυρεί πηγαίο αίσθημα», έγραψαν οι κριτικοί

 

       
 
 Δήλωση Προστασίας Δεδομένων Powered by